Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

ΝΟΕΜΒΡΗΣ 1974 : ΤΟ ΤΑΝΚ ΠΟΥ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ. Ο στρατιώτης που οδήγησε το άρμα στο Πολυτεχενείο,θυμάται...


Η εισβολή του άρματος μάχης στο Πολυτεχνείο,δεν σημάδεψε μόνο τους εξεγερμένους μέσα από τη πύλη που τσακίστηκε από τους τόνους χάλυβα που έπεσαν με ορμή πάνω της. Σημάδεψαν βαθειά τον 20χρονο τότε στρατιώτη που είχε διαταχθεί να οδηγήσει το άρμα μέσα στο Πολυτεχνείο.

Τ΄ όνομά του Α.Σκευοφύλαξ,αλλά μικρή σημασία έχει τ΄ όνομα. Σημαντικές είναι οι αναμνήσεις ενός ανθρώπου,όπως τόλμησε να της πει μία και μοναδική φορά σε συνέντευξή του στο Βήμα, στην επέτειο του 2003.

Η ιστορία πολλές φορές κάνει ανθρώπους απλούς πρωταγωνιστές.Κάποιες φορές αρνητικούς πρωταγωνιστές. Όπως εκείνο το 20χρονο παιδί στο άρμα μάχης.Που τότε όπως εξομολογήθηκε,πίστευε ότι έκανε το καθήκον του εναντίον των “εχθρών κομμουνιστών”. Και μετά ,όταν η τραγωδία πέρασε και έγινε πολίτης ψήφισε δυο φορές ΚΚΕ!

Η διήγησή του για εκείνη τη νύχτα,ήταν συγκλονιστική:

•«Την ημέρα εκείνη ήμουν υπηρεσία. Στον στρατό είχα δέκα μήνες. Ημουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Τότε οι «μαυροσκούφηδες» ήταν σώμα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. «Οι κομμουνιστές καίνε την Αθήνα» μας έλεγαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου. «Παλιοκουμμούνια» θα καλοπεράσετε!» λέγαμε».

•«Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στον δρόμο». Στο ίδιο άρμα βρίσκονταν ο αξιωματικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάμπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εμβαλωμένος και ο Γιάννης Τίρπας.

•«Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά – δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε» θυμάται ο κ. Σκευοφύλαξ. Ο δρόμος για τα τανκς ήταν ανοιχτός πλέον προς το Πολυτεχνείο. «Οταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφ. Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε «είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια». Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα»!

•2 το πρωί. «Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Εδειχναν πανικόβλητοι Και εγώ, να σκεφτείς ότι τους έβλεπα σαν μαμούνια που ήθελα να τα φάω»!

 

•3 το πρωί.«Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: «Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα. H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα και εγώ από το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί» .

«Αστυνομικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι ΛΟΚατζήδες να τους σταματήσουν – θυμάμαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους – δεν ξέρω και γω τι θα γινόταν».

•«Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολύ χτυπημένοι, θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες, ενώ τρεις-τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγμή ένας φοιτητής όρμησε κατά πάνω μου και μου είπε: «Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες;». Αφήνιασα. Εβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: «Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, μη σε καθαρίσω». Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή… Αν έλεγε μια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήμουν. Ενας φασίστας».

«Οπως περνούσαν οι φοιτητές θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Οταν γυρίσαμε στο Γουδί, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Οσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, μετά απ’ όσα τους κάναμε… Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα!..».

Την αναγνώριση των φοιτητών για ορισμένους από τους αξιωματικούς του στρατού και τους έφεδρους στρατιώτες θα διαπιστώσει αργότερα και ο εισαγγελέας: «Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώται παρεμβαίνουν προς προστασίαν των φοιτητών. Και υπήρξε πηγαία και βαθειά η ευγνωμοσύνη πολλών εξ αυτών προς τους αγνώστους σωτήρας των, ως εις τας καταθέσεις των τούς αποκαλούν με συγκίνησιν»!

Εκατοντάδες φοιτητές καταφέρνουν να βγουν έξω από το Πολυτεχνείο, ξεχύνονται στους γύρω δρόμους, τρέχουν να φύγουν, να γλιτώσουν τη ζωή τους, καθώς γίνονται στόχος ελεύθερων σκοπευτών. «Απομακρυνόμενοι όμως του Πολυτεχνείου αγωνιώδεις τους αναμένουν εκπλήξεις. Από παντού τους καταδιώκουν και τους χτυπούν. Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή τους χτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ' αυτών, ενώ εις την ταράτσαν ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον. Εις τας ταράτσας των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί υπό του ιδίου Διευθυντού της Αστυνομίας να επιτελούν το φονικόν έργον των»!


Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, «ομάδες τραμπούκων και επικινδύνων τρωκτικών της γαλήνης του τόπου εκδηλώνουν το εγκληματικόν μένος των κατά των ατυχών σπουδαστών που κατά μάζας εξέρχονται του Πολυτεχνείου». Οι τραμπούκοι είναι άνδρες της ΕΣΑ, οι οποίοι δεν διστάζουν, μάλιστα, να κακοποιήσουν ακόμη και πανεπιστημιακό γιατρό, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του, είχε σπεύσει να βοηθήσει τους ανυπεράσπιστους φοιτητές.

Στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη «άνδρες εν πολιτική περιβολή, κραδαίνοντες ρόπαλα, εξήλθον από ομάδα αυτόθι ευρισκομένων αστυνομικών και εκακοποίησαν σεβάσμιον καθηγητή Πανεπιστημίου, την σύζυγόν του και νεαρόν σπουδαστήν, διότι εξήρχοντο του Πολυτεχνείου, ένθα ο καθηγητής-ιατρός και η σύζυγός του είχον μεταβή προς εκπλήρωσιν του ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος. Και οι ροπαλοφόροι ούτοι ήσαν άνδρες της ΕΣΑ εν πολιτική περιβολή. Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών».

•«Οταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί μου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα «παλιοκουμμούνια», όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Ενιωθα περήφανος. Ημουν και εγώ φασίστας».


•«Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου».

Για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στη χούντα, ο κ. Σκευοφύλαξ θα πεί «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ήταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγγνώμη». Η νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια - σήμερα - του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Πιστεύω ότι αν τη δω σήμερα, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της πω... Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».


Το δεύτερο μέρος της φρίκης και του τρόμου του Πολυτεχνείου ήταν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, (σήμερα νοσοκομείο Γιώργος Γεννηματάς) που διακομιζόταν τραυματισμένοι οι φοιτητές, για  περίθαλψη. Οι φοιτητές στα φορεία, στα κρεβάτια και στα χειρουργεία βίωσαν τη βαρβαρότητα. (δες εδώ)

Πηγή: onalert


Τι έγινε το άρμα μάχης που μπήκε εκείνη τη νύχτα στο Πολυτεχνείο, και το "ανατριχιαστικό" παρατσούκλι του!


Το άρμα “υπηρέτησε” μέχρι την απόσυρσή του , σε μονάδες του Έβρου,απ΄ όπου και η φωτογραφία που κράτησε για ενθύμιο, ο στρατιώτης. Με αρκετή δόση …μαύρου χιούμορ -κατάμαυρου και ατυχούς- κάποιοι αξιωματικοί είχαν “κολλήσει” στο άρμα μάχης το παρατσούκλι “μορφωμένος”,επειδή είχε μπει στο Πολυτεχνείο! Τώρα εκτίθεται στο ΚΕΤΘ.

Η “ταυτότητα” του άρματος:
ΑΜΧ-30 Γαλλικής κατασκευής

Κινητήρας 680 hp Diesel
Ταχύτητα 65 Κm
Βάρος 36 τόνοι
Πλήρωμα 4,κυβερνήτης,πυροβολητής,γεμιστής,οδηγός.
Δύναμη πυροβόλο 105 χιλιοστά,πυροβόλα 20 χιλιοστών,
7,62 πολυβόλο,πολλές χιλάδες σφαίρες 8 καπνογόνα,
και 55 βλήματα πυροβόλου 105 χιλιοστών.
Διέθετε σύνχρονα ηλεκτρονικά όργανα για ημερήσιες
και νυχτερινές αποστολές.
Η Ελλάδα είχε 140 Γαλλικά άρματα ΑΜΧ-30

Ο στρατιώτης ο οποίος έβγαλε αναμνηστική φωτογραφία με το έτσι κι αλλιώς ιστορικό άρμα ,είχε υπηρετήσει ως πυροβολητής το 1985-1986, στην 1ηΕΜΑ, 2ηΙΛΗ στην Αλεξανδρούπολη.

“Το ΑΜΧ-30 με αριθμό Νο-84337 ήταν διοικητικό,με τις περισσότερες ώρες ασκήσεων.
Στο ημερολόγιο του άρματος δεν έγραφε τίποτα για το βράδυ της 17 Νοεμβρίου 1973.

Ηταν το γνωστό μας 37άρι”,γράφει ο παλιός μαυροσκούφης

Πηγή: onalert

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΑΜ Χανίων | ΕΠΑΜ Σφακίων | ΕΠΑΜ Αποκόρωνα | ΕΠΑΜ Κισσάμου | ΕΠΑΜ Σελίνου |

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί. Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές. Οι άνεργοι πεινούσαν.Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι. Κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα. Ζητάνε θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους. Για τις μεγάλες εποχές που θα’ ρθουν. Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο. Λεν πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό. Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού.

Bertolt Brecht